Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Το Σπίτι με το Κορίτσι στο μπαλκόνι.













Το Σπίτι με το Κορίτσι στο μπαλκόνι.


    - Μαμά! Τι κρατάς επιτέλους; Έλα πες μου! Θα σκάσω!
    - Χρόνια σου πολλά Αννούλα!!
  -Ναι! Δώρο; Τι είναι;
- - Κάτι που το είχες ζητήσει απ έξω- απ έξω.
- - Τι;
- - Ε, άνοιξε το!
Η μικρή Αννούλα κομματιάζει το περιτύλιγμα με μανία.
- - Ρόλλερς! Είσαι υπέροχη μαμάκα μου! Σε λατρεύω!
-  - Αυτά τα πατίνια δεν ήταν που κοιτούσες σε εκείνο το μαγαζί στην Καλλιδρομίου;
- - Κατ’ αρχήν τα λένε ρόλλερς ρε μαμά. Σε ποια εποχή ζεις πια; Αυτά ήταν! Αλλά, δεν μου λες, αλεπού; Που τα βρήκες τα λεφτά;
- - Να μη σε νοιάζει!
- - Καλά. Πάω να τα βάλω.
Και η Αννούλα, φόρεσε χαρούμενη το υπέροχο δώρο των δέκατων τρίτων γενεθλίων της. Η μαμά της, όπως κάθε μαμά, τα είχε φροντίσει όλα έτσι ώστε να βρει αυτά τα ογδόντα ευρώ, για να κάνει χαρούμενη την μοναδική της συντροφιά. Κι ας ήξερε πως θα στερηθεί η ίδια ακόμη και το απαραίτητα γι αυτήν. Φτάνει να έβλεπε αυτό το χαμόγελο να σχηματίζεται στη αγγελικό προσωπάκι της Αννούλας!  Και τώρα η Αννούλα, γλιστρούσε σαν αδέξιο παπάκι σε παγωμένη λίμνη.
- - Κανόνισε να μου τα σπάσεις όλα μες στο σπίτι τώρα.
- - Έλα βρε μαμά μου! Είμαι προσεχτική, βλέπεις.
- - Γιατί δεν κατεβαίνεις κάτω; Να τα χαρείς με την ησυχία σου;
- - Γιατί δεν θέλω να σε αφήσω μόνη. Κι αν χρειαστείς κάτι; Κι αν συμβεί τίποτα; Κι αν πάθεις πάλι καμιά κρίση; Όχι, εδώ θα μείνω. Και ξέρεις τι; Το βρήκα! Θα βγω στο μπαλκόνι και θα πηγαίνω πάνω κάτω! Και έτσι, και θα χαρώ τα τέλεια ρόλλερς μου και θα είμαι δίπλα σου. Να εδώ, με ανοιχτή την πόρτα. Και αν πάθεις τίποτε, θα είμαι εδώ δίπλα. Ένα κίχ να κάνεις και σε έπιασα!
-  - Αχ βρε μάτια μου. Τι θα έκανα χωρίς εσένα βρε παρηγοριά μου;
     Η μαμά της Αννούλας, μετά τον χωρισμό, δεν ήταν η ίδια. Δεν χαμογελούσε πια. Και συχνά, μόνο και μόνο επειδή βυθιζόταν στις σκέψεις του «γιατί σε μένα» και του «δεν με αγάπησε ποτέ αυτός ο άνθρωπος», πάθαινε κρίσεις πανικού και δύσπνοιας. Το πρωί ερχόταν η αδελφή της και την φρόντιζε, από το μεσημέρι και μετά όμως, μόνο η Αννούλα ήταν το στήριγμα της. Και η Αννούλα δεν ήταν απλά ένα στήριγμα, ήταν ένας βράχος. Ένας βράχος λαξευμένος με τα πιο όμορφα χρώματα και σχήματα πάνω του. Αυτό ήταν η Αννούλα! Ένας άγγελος...


   Άνοιξε ο καιρός, επιτέλους. Κι ας μας ταλαιπώρησε για λίγες μέρες. Άλλωστε, ακόμη δεν έχουμε καταστρέψει τελείως τον πλανήτη ώστε να πάψουν να ισχύουν οι Εποχές, τελείως.
Ο κόσμος έχει αρχίσει να καθαρίζει και πάλι τα μπαλκόνια του και να απολαμβάνει το «’λιόγερμα», κουβεντιάζοντας, πίνοντας καφέ και αποχαιρετώντας τον κατακόκκινο δροσερό ήλιο τις ώρες του απογεύματος. Εκείνες τις ώρες λοιπόν, απέναντι, βγαίνει ένα κορίτσι σε ένα μπαλκόνι και για σχεδόν 2 ώρες ολόκληρες κάνει βόλτες στο μπαλκόνι των 3 επί 1,5 μέτρων. Το υπέροχο όμως είναι ότι δεν δείχνει φυλακισμένη, το αντίθετο! Δείχνει τόσο ελεύθερη, που εμείς που είμαστε δήθεν «πραγματικά ελεύθεροι», τη ζηλεύουμε.
Και αυτή χαίρεται τόσο τη ζωή. Σε αυτά τα λίγα μέτρα τόπου.Μερικές φορές βγαίνει και η μαμά της και χαίρονται μαζί το φως του ήλιου. Και κυρίως, τον δικό τους ήλιο. Τα δικά τους χρώματα. Τι όμορφα που είναι, σε αυτόν τον μικρό και λίγο τόπο κάθε μέρα, να βγαίνει ολοζώντανο ένα ουράνιο τόξο…

2 σχόλια:

  1. Μπράβο Φίλιππε, μου αρέσει πάρα πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αναμένω τα επόμενα... Μπράβο σου και χαίρομαι για αυτά που κάνεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή